αφου ανακακαλυψες όλους τους παλιους συμμαθητες σου και αφου κανεις καθημερινα poke! poke! poke! τους φιλους σου στο facebook… μηπως να κανεις και ενα ακομη κλικ:
STOP στην λογοκρισια. join group.
Και γιατι να το κανεις αυτο???
xmmm… το παρακατω δημοσιευμα του Βηματος ειναι αρκετα διαφωτιστικο:
Στο τέλος του 1999 ένα μυθιστόρημα με κινηματογραφική γραφή, τεμαχισμένη αφήγηση και τολμηρή γλώσσα μάς οδηγούσε στους αμφίδρομους κόσμους του έρωτα και της διάψευσης, της φιλίας και της προδοσίας. Ηταν το μυθιστόρημα της Ερσης Σωτηροπούλου Ζιγκ-ζαγκ στις νεραντζιές, που έτυχε εξαιρετικής υποδοχής, τιμήθηκε με το Κρατικό Βραβείο και μεταφράστηκε σε διάφορες γλώσσες ως σημαντικό δείγμα της σύγχρονης ελληνικής λογοτεχνίας. Η Σωτηροπούλου είναι μια συγγραφέας «αναγνωρίσιμη», εννοώ ότι έχει ένα δικό της προσωπικό στυλ και έναν αφηγηματικό τρόπο που την καθιστούν αντιπροσωπευτική για τη λογοτεχνία που παράγεται σήμερα στην Ελλάδα. Από την άποψη αυτή είναι μια συγγραφέας παιδαγωγική.
Πέρα από τη λογοτεχνική πορεία τους, οι «νεραντζιές» της είχαν και μιαν άλλη πορεία καθώς έγιναν στόχος μιας ηθικολογικής επίθεσης «παλαιού τύπου». Οι περισσότεροι θυμόμαστε την ερώτηση του βουλευτή Πέτρου Τατούλη, το 2001, ο οποίος είχε ζητήσει την απόσυρση του βιβλίου ως πορνογραφικού από τις σχολικές βιβλιοθήκες. Βέβαια, όταν αργότερα ο κ. Πέτρος Τατούλης έγινε υπουργός Πολιτισμού φρόντισε να απαλύνει τις προηγούμενες θέσεις του, όχι μόνο για το βιβλίο της Σωτηροπούλου αλλά και για το Μουσείο της Ακρόπολης και για άλλες σχετικές… παρωνυχίδες. Και ύστερα ήρθε ο κ. Κωνσταντίνος Πλεύρης, ο οποίος κατέθεσε αίτηση ασφαλιστικών μέτρων κατά του υπουργείου Παιδείας για την απόσυρση του βιβλίου, η αίτηση εκδικάστηκε και εκδόθηκε προσωρινή απόφαση απόσυρσης. Η ηθική κατίσχυσε της ανηθικότητας ή μάλλον η υποκριτική ηθικολογία κατίσχυσε της λογοτεχνίας και της ελευθερίας του λόγου. Πόσες και πόσες φορές δεν έχουμε ξαναδεί αυτή την ιστορία, πόσες και πόσες φορές δεν έχουν καταγγελθεί εκμαυλιστές συγγραφείς, με τη διαφορά ότι όλες είναι ιστορίες παλιές, ιστορίες κοινωνιών που ζούσαν μέσα στον υποκριτικό κορσέ σχέσεων και συναλλαγών. Νομίζαμε ότι όλα αυτά ανήκουν στο παρελθόν και ότι εν πάση περιπτώσει η τελευταία δίκη βιβλίου στην Ελλάδα ήταν αυτή για τον μαρκήσιο ντε Σαντ, αμέσως μετά τη δικτατορία, καθώς επιβίωνε ακόμη το πνεύμα τού «Ελλάς Ελλήνων χριστιανών».
Η αιτιολογική έκθεση του δικαστή που έβγαλε την απόφαση για την απόσυρση θα μπορούσε θαυμάσια να ήταν κομμάτι χρηστομάθειας του 19ου αιώνα. Αντιγράφω: «Κάποτε η γυναίκα ασχολείτο κυρίως με την ανατροφή των παιδιών της, σήμερα διαπαιδαγωγούν και ανατρέφουν τα παιδιά οι γκουβερνάντες και οι μπέιμπι σίτερ. Κάποτε οι σύζυγοι δεν χώριζαν μολονότι υπήρχαν σοβαροί λόγοι, σήμερα χωρίζουν με το παραμικρό και χωρίς ουσιαστικά αίτια. (…) Κάποτε τα παιδιά φορούσαν ποδιές στο σχολείο, σήμερα ανταγωνίζονται ποιο θα φορέσει τα πιο μοντέρνα ρούχα (…)».
Δεν έχω παρά να συμφωνήσω με τη δήλωση της συγγραφέως Ερσης Σωτηροπούλου: «Δεν πρόκειται να απολογηθώ για το βιβλίο μου. Τα όρια μεταξύ λογοτεχνίας και πορνογραφίας είναι σαφή και εύληπτα, ακόμη και για τον άνθρωπο της διπλανής πόρτας. Αλλά βέβαια η ηθικολογία χρειάζεται το πορνό, διψάει για “αμαρτία”, γιατί έτσι μόνο μπορεί να ορίσει τον εαυτό της».
Αναρωτιέμαι αν ο δικαστής έχει «μπει» ποτέ στο YouTube. Το σίγουρο είναι ότι συμβουλεύτηκε κάποια… γκουβερνάντα.
λ











Κυρία, κυρία,
αν και βαριέμαι το poke έκανα join στο group.
Συμπτωματικά σήμερα διάβαζα για άλλο ένα κύμα λογοκρισίας στη Ρωσία, όπου κατέβασαν ένα θεατρικό έργο επειδή ενοχλούσε την ησυχία της κυβέρνησης.
Κι αναρωτιέμαι… ο μεσαίωνας σίγουρα πέρασε;