freedom island

2 girls in love…

Archive for April, 2008

stop στη λογοκρισια.

αφου ανακακαλυψες όλους τους παλιους συμμαθητες σου και αφου κανεις καθημερινα poke! poke! poke! τους φιλους σου στο facebook… μηπως να κανεις και ενα ακομη κλικ:

STOP στην λογοκρισια. join group.

Και γιατι να το κανεις αυτο???

xmmm… το παρακατω δημοσιευμα του Βηματος ειναι αρκετα διαφωτιστικο:

Στο τέλος του 1999 ένα μυθιστόρημα με κινηματογραφική γραφή, τεμαχισμένη αφήγηση και τολμηρή γλώσσα μάς οδηγούσε στους αμφίδρομους κόσμους του έρωτα και της διάψευσης, της φιλίας και της προδοσίας. Ηταν το μυθιστόρημα της Ερσης Σωτηροπούλου Ζιγκ-ζαγκ στις νεραντζιές, που έτυχε εξαιρετικής υποδοχής, τιμήθηκε με το Κρατικό Βραβείο και μεταφράστηκε σε διάφορες γλώσσες ως σημαντικό δείγμα της σύγχρονης ελληνικής λογοτεχνίας. Η Σωτηροπούλου είναι μια συγγραφέας «αναγνωρίσιμη», εννοώ ότι έχει ένα δικό της προσωπικό στυλ και έναν αφηγηματικό τρόπο που την καθιστούν αντιπροσωπευτική για τη λογοτεχνία που παράγεται σήμερα στην Ελλάδα. Από την άποψη αυτή είναι μια συγγραφέας παιδαγωγική.

Πέρα από τη λογοτεχνική πορεία τους, οι «νεραντζιές» της είχαν και μιαν άλλη πορεία καθώς έγιναν στόχος μιας ηθικολογικής επίθεσης «παλαιού τύπου». Οι περισσότεροι θυμόμαστε την ερώτηση του βουλευτή Πέτρου Τατούλη, το 2001, ο οποίος είχε ζητήσει την απόσυρση του βιβλίου ως πορνογραφικού από τις σχολικές βιβλιοθήκες. Βέβαια, όταν αργότερα ο κ. Πέτρος Τατούλης έγινε υπουργός Πολιτισμού φρόντισε να απαλύνει τις προηγούμενες θέσεις του, όχι μόνο για το βιβλίο της Σωτηροπούλου αλλά και για το Μουσείο της Ακρόπολης και για άλλες σχετικές… παρωνυχίδες. Και ύστερα ήρθε ο κ. Κωνσταντίνος Πλεύρης, ο οποίος κατέθεσε αίτηση ασφαλιστικών μέτρων κατά του υπουργείου Παιδείας για την απόσυρση του βιβλίου, η αίτηση εκδικάστηκε και εκδόθηκε προσωρινή απόφαση απόσυρσης. Η ηθική κατίσχυσε της ανηθικότητας ή μάλλον η υποκριτική ηθικολογία κατίσχυσε της λογοτεχνίας και της ελευθερίας του λόγου. Πόσες και πόσες φορές δεν έχουμε ξαναδεί αυτή την ιστορία, πόσες και πόσες φορές δεν έχουν καταγγελθεί εκμαυλιστές συγγραφείς, με τη διαφορά ότι όλες είναι ιστορίες παλιές, ιστορίες κοινωνιών που ζούσαν μέσα στον υποκριτικό κορσέ σχέσεων και συναλλαγών. Νομίζαμε ότι όλα αυτά ανήκουν στο παρελθόν και ότι εν πάση περιπτώσει η τελευταία δίκη βιβλίου στην Ελλάδα ήταν αυτή για τον μαρκήσιο ντε Σαντ, αμέσως μετά τη δικτατορία, καθώς επιβίωνε ακόμη το πνεύμα τού «Ελλάς Ελλήνων χριστιανών».

Η αιτιολογική έκθεση του δικαστή που έβγαλε την απόφαση για την απόσυρση θα μπορούσε θαυμάσια να ήταν κομμάτι χρηστομάθειας του 19ου αιώνα. Αντιγράφω: «Κάποτε η γυναίκα ασχολείτο κυρίως με την ανατροφή των παιδιών της, σήμερα διαπαιδαγωγούν και ανατρέφουν τα παιδιά οι γκουβερνάντες και οι μπέιμπι σίτερ. Κάποτε οι σύζυγοι δεν χώριζαν μολονότι υπήρχαν σοβαροί λόγοι, σήμερα χωρίζουν με το παραμικρό και χωρίς ουσιαστικά αίτια. (…) Κάποτε τα παιδιά φορούσαν ποδιές στο σχολείο, σήμερα ανταγωνίζονται ποιο θα φορέσει τα πιο μοντέρνα ρούχα (…)».

Δεν έχω παρά να συμφωνήσω με τη δήλωση της συγγραφέως Ερσης Σωτηροπούλου: «Δεν πρόκειται να απολογηθώ για το βιβλίο μου. Τα όρια μεταξύ λογοτεχνίας και πορνογραφίας είναι σαφή και εύληπτα, ακόμη και για τον άνθρωπο της διπλανής πόρτας. Αλλά βέβαια η ηθικολογία χρειάζεται το πορνό, διψάει για “αμαρτία”, γιατί έτσι μόνο μπορεί να ορίσει τον εαυτό της».

Αναρωτιέμαι αν ο δικαστής έχει «μπει» ποτέ στο YouTube. Το σίγουρο είναι ότι συμβουλεύτηκε κάποια… γκουβερνάντα.

λ

Οι κλεψυδρες του αγνωστου

Στην αγνοια ξεκουραζεται ο ουρανος

Στην κουπαστη του υπνου ο ανθρωπος

Τυχερος αιχμαλωτος μιας φλογας που αθωωνεται γραφοντας τ’αρχικα της στο

σκοταδι

Απλωμενο σ’αλλον κοσμο των κλειστων βλεφαρων προνομιουχο

Πιο κοντα στην κλειδαρια

Μεγαλου μυστικου που ανυποπτο σαλευει προς τη λυτρωση

Εφαρμοζει ο ποθος τις εικονες του, ζωη που υπαρχει σ’αλλη ζωη

Αιμα που τρεχει απο τα ματια μου, στις πραξεις των ηρωων του (αστρο εχεμυθο)

Και τρεμει ο μοχθος των χεριων μου, υψωνεται ως τα χρωματα του θυρεου της

ληθης

Βλεπω το γελιο που εγραψε τη μοιρα του

Βλεπω το χερι που εδωσε το ριγος του

Και τυλιγομαι συννεφα που ευκολα ξεδιαλυνει μια φτυαρια ουρανου καθαριου.

Εμπιστο φως ξαναγεμιζεις το αλσος μου, ετοιμος ειμαι στο προσκαλεσμα σου

Ειμαστε δυο, και παρακατω η ακροθαλασσια παλι με τις πιο γνωριμες κραξιες των

γλαρων

Οπου κι αν βαλω πλωρη εδω αραζω, το σκοταδι με χρωσταει στο φως

Η γη στη θαλασσα, η φουρτουνα στη γαληνη

Κρεμασμενος απ’τα κροσσια μιας αυγης που εξαγνισε τα νυχτια παρελθοντα

Γευομαι τους καινουριους ηχους, αθλους της δροσιας που επιστεψαν στα δεντρα

Μια χλωρη παρουσια προχωραει στις ριζες της κι αποκταει τη μερα

Σαν καρδια που μπαινει πια στη θεση της

Σα γυναικα που νιωθει πια τα νιατα της

Και χαριζει ανοιγοντας τους κοσμους των ματιων της ηδονη ανεξαντλητη

Μερα ξανθη, του ηλιου ανταμοιβη και του Ερωτα.

Οδυσσεας Ελυτης, “οι κλεψυδρες του αγνωστου”

Χ. (για την αντιγραφη)

paris-dakar… no more?

The 2008 Dakar Rally was canceled on January 4, 2008 amid fears of terrorist attack(s). This caused serious doubts over the future of the rally. Various newspapers in Africa called the cancellation a “death sentence” for the race. Chile and Argentina, in South America, offered their territory to host the event, as well as the Czech Republic, or Hungary in Central Europe.

The ASO finally decided to establish the Dakar Series competition, which first event is the 2008 Central Europe Rally (Hungary-Romania), between April 20 and April 26, 2008. The 2009 event will organized in the two South American countries, between January 3-18, 2009.

Long_Way_Down

Race_To_Dakar

directed by Charley Boorman

λενα

Dear Lee, war is not over…

Elizabeth ‘Lee’ Miller (23 April 1907 – 21 July 1977)

Her father, Theodore Miller, an engineer, inventor and businessman, introduced Lee and her brothers, John and Erik, to photography from an early age. She was his model–with many stereoscopic photographs taken of a teenage Lee in the nude-[sexual harasshment?]-and he also showed her technical aspects of the art.

In 1929 she traveled to Paris with the intention of apprenticing herself to the Surrealist artist and photographer Man Ray. Although, at first, he insisted that he did not take students, Miller soon became his photographic assistant, as well as his lover and muse. While she was in Paris, she began her own photographic studio, often taking over Man Ray’s fashion assignments to enable him to concentrate on his painting. In fact, many of the photographs taken during this period and credited to Man Ray were actually taken by Lee. Together with Man Ray, she rediscovered the photographic technique of Solarisation. She was an active participant in the Surrealist movement, with her witty and humorous images. Amongst her circle of friends were Pablo Picasso, Paul Éluard, and Jean Cocteau. She even appeared as a statue that comes to life in Cocteau’s The Blood of a Poet (1930).

In 1934, she abandoned her studio to marry Egyptian businessman, Aziz Eloui Bey, who had come to New York to buy equipment for the Egyptian Railways. Although she did not work as a professional photographer during this period, the photographs she took while living in Egypt with Bey, including “Portrait of Space”, are regarded as some of her most striking surrealist images. By 1937, Lee had grown bored with her life in Cairo and she returned to Paris, where she met her future husband, the British Surrealist painter and curator Roland Penrose. Her photographs were not included in another exhibition until 1955, when her work was displayed with the Family of Man exhibition at the Museum of Modern Art in New York City.

Ignoring pleas from friends and family to return to the US, Miller embarked on a new career in photojournalism as the official war photographer for Vogue documenting the Blitz. Lee was accredited into the U.S. Army as a war correspondent for Condé Nast Publications from December 1942. She teamed up with the American photographer David E. Scherman, a Life Magazine correspondent on many assignments. Miller travelled to France less than a month after D-Day and recorded the first use of napalm at the siege of St. Malo, the liberation of Paris, the battle for Alsace, and the horror of the Nazi concentration camps at Buchenwald and Dachau. One photograph by Scherman of Miller in the bathtub of Adolf Hitler’s house in Munich is one of the most iconic images from the Miller-Scherman partnership. 

λενα

’til i say goodnight moon

There’s a nail in the door
And there’s glass on the lawn
Tacks on the floor
And the TV is on
And I always sleep with my guns when you’re gone

There’s a blade by the bed
And a phone in my hand
A dog on the floor
And some cash on the nightstand
When I’m all alone the dreaming stops
And I just can’t stand

What should I do I’m just a little baby
What if the lights go out
And maybe and then the wind just starts to moan
Outside the door he followed me home

So goodnight moon
I want the sun
If it’s not here soon
I might be done
No it won?t be too soon ’til I say goodnight moon

There’s a shark in the pool
And a witch in the tree
A crazy old neighbor and he’s been watching me
And there’s footsteps loud and strong coming down the hall
Something’s under the bed
Now it’s out in the hedge
There’s a big black crow sitting on my window ledge
And I hear something scratching through the wall

What should I do I’m just a little baby
What if the lights go out
And maybe and then the wind just starts to moan
Outside the door he followed me home
So goodnight moon
I want the sun
If it’s not here soon
I might be done
No it won’t be too soon ’til I say goodnight moon

λ

πασχαλης τερζης – δε με καταλαβες ποτε

παμε πασχαλακη!
…ετσι ελεγε ο ξαδερφος μου και γω στα 6 μου δεν καταλαβαινα τιποτες!
οταν μεγαλωσα μπηκα στη φαση “βαθεια κουλτουρα” (το γνωστο μας εντεχνο… καλημερη, μαλαμας, κανα…) και απαξιωνα ΟΤΙΔΗΠΟΤΕ σχετικο με “πασχαλακη”, “λευτερακη”, “ζαφειρακη”…
μετα περασαν τα χρονια, και επεσα με τα μουτρα στη “βαθεια υποκουλτουρα” 🙂

ok, τωρα μπορω να ισορροπησω αναμεσα στις δυο αυτες μου ιδιοτητες, στο απολλωνειο και το διονυσιακο στοιχειο (θα τριζουν τα κοκκαλα νιτσε και βαγκνερ 😀 ) και να εναλλασσω το ενα με το αλλο…
κοινως ειμαι ο, τι χειροτερο κυκλοφορει στην πιατσα για να γελιοποιησω καταστασεις 😀 lol-lol-lol!!!!!!

γιαυτο παμε πασχαλακη!

Δε με κατάλαβες ποτέ
από συνήθεια έλεγες ναι
κι οι όρκοι αγάπης που’χες πει
από συνήθεια κι αυτοί

υ.γ. εννοειται πως αυτο δεν αναφερεται σε εσενα μωρο μου!!!
υ.γ. ασε κατω τη σκουπα, αληθεια σου λεω!!! 😛 😀

Χ.

Σκονη

Λυπάμαι τις νοικοκυρές
έτσι που αγωνίζονται
κάθε πρωί να διώχνουν απ’το σπίτι τους τη σκόνη,
σκόνη, ύστατη σάρκα του άσαρκου.
σκούπες σκουπάκια
ρουφήχτρα φτερά τιναχτήρια
ξεσκονόπανα κουρελόπανα κλόουν
θόρυβοι και τρόποι ακροβάτες,
μαστίγιο πέφτουν οι κινήσεις
πάνω στην κατοικίδια σκόνη.
Κάθε πρωί μπαλκόνια και παράθυρα
ακρωτηριάζουν μια δράση και μιαν έξαψη:
ασώματα κεφάλια χοροπηδάνε σαν γιογιό,
χέρια εξέχουν και σφαδάζουν
σαν κάτι να τα σφάζει από μέσα,
σπασμένα σώματα μισά
που τα πριόνισε το σκύψιμο.
Άλλο ένα σπάσιμο του Ολόκληρου.
Όλο σπάζει αυτό,
πριν καν υπάρξει σπάζει
και σαν να είναι γι ‘αυτόν ακριβώς το σκοπό,
για να μην είναι.
Ολόκληρη ζωή σου λέει ο άλλος.

Από πού ως πού ολόκληρη
μ’ένα σπασμένο μέτρο πάντα που κρατάτε
και μετράμε?
Αξιολύπητη λέξη το ολόκληρο.
Σωματώδης αλλοπαρμένη περιφέρεται.
Γι’αυτ’ο τη φωνάζουν τρελή τα μπατίρια μεγέθη.

Τινάγματα τινάγματα
να φύγει η σκόνη απ’τις ρηχές
να φύγει κι από τις βαθιές φωλιές του ύπνου,
σεντόνια και σκεπάσματα.
Κι εκείνες οι φορές
‘οπου πετάγεται το σώμα τρομαγμένο
νύχτα και ουρλιάζει Θε μου μικραίνω
θα τιναχτούν κι αυτές σαν σκόνη,
σκόνη η ελάττωση κι ο τρόμος
και πώς δεν τα αντέχω τα τινάγματα
του μέσα βίου έξω.
Πρησμένα μαξιλάρια του ύπνου
φριχτά γρονθοκοπιούνται και φοβάμαι
τρέμω μη γίνουνε ζημιές:
ειν’ οι κρυστάλλινες διαθήκες των ονείρων εκεί μέσα.
Όλα τα όνειρα όνειρο τα κληρονομεί
και άνθρωπος κανένα.
Τρέμω τέτοια παγκόσμια αποκλήρωση
δεν το αντέχω να τινάζεται σαν σκόνη.
Χτυπήματα χαλιών
να βγει η σκόνη απ’ των σχεδίων τις φωλιές,
να γκρεμιστεί απ’τα γεφύρια των χρωμάτων.
Κι ο γρήγορος βηματισμός
ο τρελαμένος πέρα δώθε μες στο σπίτι
μες στη ρηχή εμπιστοσύνη των χαλιών
να μην ακούν οι αποκάτω τι βαδίζει
να μην ακούν τι δεν συμβαδίζει,
θα τιναχτεί κι αυτός σαν σκόνη
και πώς δεν τα αντέχω τα τινάγματα
του μέσα βίου έξω.

Λυπάμαι τις νοικοκυρές
τον άγονό τους κόπο.
Δεν φεύγει η σκόνη, δεν στερεύει.
Κάθε που πάει ο καιρός καιρό να συναντήσει
καινούρια συμφωνία σκόνης κλείνεται.
Οι προφυλάξεις απ’αυτήν-το Καθαρό
και η Σταθερότης-μέσα επιστροφής της.
Τη φέρνουν πρώτες και καλύτερες.
Δεν έχω δει πιο σκονισμένες επιφάνειες από δαύτες.
Ως και το Φως το πεντακάθαρο
χαρούμενη μεταφορά της σκόνης:
ειν’ ένα θαύμα να τη βλέπεις
πώς προχωρεί ακίνητη πάνω σε ακτίνα ήλιου,
σαν να πατάει σε σκάλα κυλιόμενη
απ’αυτές τις μοντέρνες, τις υπνωτισμένες,
με τα ευνουχισμένα σκαλοπάτια.
Μεταφέρεται
ορατή σαν αέρας χοντρά αλεσμένος
να ξαναμπεί απ’τ’ανοιχτά παράθυρα
τους ανοιχτούς της νόμους.
Η ύπαρξή μας σπίτι της και μέλλον της.

Ανοικοκύρευτη εγώ, την αφήνω να κάθεται.
Μελετηρή στη ράχη ενός βιβλίου
που μιλάει για το Γήρας.
στη φρόνιμη φωτογραφία των παιδιών μου
όταν αυτά με φόραγαν
λευκή κολλαριστή ολοστρόγγυλη Μητέρα
χαλαρά από μέσα ραμμένη
με κρυφές αραιές βελονιές
στη σχολική ποδιά τους.
Τώρα ντυθήκανε Μεγάλα τα παιδιά μου,
φοράει η σκόνη την ποδιά τους
τον στρογγυλό γιακά,
με φοράει Μητέρα η σκόνη
-έτσι πρέπει να ράβονται
οι σχέσεις και οι εξαρτήσεις,
με αραιές χαλαρές βελονιές,
για να μπορούν να ξηλώνονται εύκολα.
Ποτέ δεν σκονίζω
τον ορειχάλκινο αθλητή
που διακοσμεί μεγάλο ορειχάλκινο ρολόι.
Τόσο μυώδη τα μέλη του
που μοιάζουν θυμωμένα.
Ίσως γιατί τον αναγκάζουν να γυμνάζει
κάτι πολύ αόρατο,
μπορεί το χρόνο να γυμνάζει,
μπορεί να θέλει ο χρόνος να μπορεί
πιο γρήγορα να τρέχει απ’όσο τρέχει.
Επίδοση που χαροποιεί τη σκόνη.

Κάθεται στον καθρέφτη μου,
δικός της, της τον χάρισα.
χέρσο πράμα, τι να το ΄κανα?
Έπαψα να καλλιεργώ τα πρόσωπά μου εκεί μέσα,
δεν έχω όρεξη να οργώνω αλλαγές
και να διπλασιάζομαι αλλιώτικη.
Την αφήνω να κάθεται
την αφήνω να έρχεται
με το τσουβάλι να έρχεται
την αφήνω να χύνεται απάνω μου
σαν αλεσμένη διήγηση μεγάλης ιστορίας,
την αφήνω να έρχεται γρήγορη γρήγορη
σαν χρόνος που γυμνάστηκε
πιο γρήγορα να τρέχει απ’όσο τρέχει
και κάθεται βαριά μπατάλα σκόνη,
την αφήνω να κάθεται, χρονίζει,
μπατάλα με σκεπάζει, την αφήνω
να με σκεπάζει την αφήνω
με σκεπάζει
να με ξεχνάς την αφήνω
να με ξεχνάς αφήνω
με ξεχνάς
να με ξεχνάς
σε αφήνω
γιατι δεν τα αντέχω τα τινάγματα
του μέσα βίου έξω.

την κικη δημουλα την “γνωρισα” στα 18 μου, πρωτοετακι στη σχολη…
ειχε βαλθει ο τυπος που για 5 χρονια θα μας παιδευε με το παγκοσμιο θεατρο να μας κανει
μια (σωστη) εισαγωγη στην νεοελληνικη ποιηση και λογοτεχνεια…
καλο φυτακι και γω, αγοραζα σχεδον ο, τι μου εκανε εντυπωση…
καπως ετσι κατεληξα με “το τελευταιο σωμα μου” και το “ενος λεπτου μαζι”
στη βιβλιοθηκη μου.
απο τοτε συχνα επανερχομαι καθως συνειρμικα κατι με οδηγει.

Χ.