freedom island

2 girls in love…

Archive for April, 2012

Heim@

ich habe die namen der großen vögel vergessen.
jeden juni fällt brut vom first einer scheune, die jetzt 
leer steht. später im jahr stehen sie steif auf den feldern, 
von der straße her flocken die kleider weiß aus, von weitem 
riecht nach verscheuerten sträußen + stahl + geborstenem 
gut von jenem gewitter am anderen tag: meine heimat. 
in der heimat brechen sich namen an der scholle, 
im wort: was dort angebaut wird, ist mir fremd.

© Ulrike Almut Sandig

i have forgotten the names of the large birds 
each june a brood falls from the ridge of a barn that now
stands empty. later in the year they stand stiffly on the fields,
from the street the coats curdled white, from a distance
smells of cheap bouquets + steel + possessions
affected by the storm the other day: my heimat
in the heimat names break on the soil’s ridge,

in a word: what is raised there i find strange.
(Translated by Bradley Schmidt)

H τελευταία λέξη του ποιήματος “fremd” μπορεί να μεταφραστεί και ως

unfamiliar / alien / foreign αντί για “strange” 

και στα ελληνικά 

άγνωστο / ξένο.

Σε περίπτωση που εντοπίσετε “ορθογραφικά λάθη”: δεν είναι “λάθη”, είναι ποίηση.

Όσο για τον τίτλο… μπορεί να προφέρεται όπως η λέξη “Heimat= πατρίδα” (χέιματ) αλλά στην ουσία δεν είναι παρά η λέξη “σπίτι = Heim” ενωμένη με το σύμβολο “@” (που για μένα συμβολίζει περισσότερο την επι-κοινωνία στο χαωτικό και ελεύθερο διαδίκτυο, αν και έχει δεκάδες άλλες έννοιες επίσης). Και αυτός ο μονολεκτικός τίτλος είναι ίσως το δικό μου σχόλιο. In a word.

λ 

Advertisements

very very mad world

σε καθε βλεμμα η συντριβη. το ουρλιαχτο των λυκων. λιγο πριν την σφαγη. δυο φορες κοιτάμε. μια στα χερια. μια στη φωνη. να σκασουν οι σειρηνες. να σκασουν οι ασυρματοι. κι ο τοιχος να ειναι γκρεμισμενη φυλακη. στο δερμα φιλημενα οσα μου μαθανε. σβηνω γραμμα γραμμα την αντοχη. να ερθεις πριν στεγνωσει η θαλασσα. ειναι αλμυρη η μνημη. οσο για τη φατσα μου. παντα θα γελα. σε καθε προσταγη. ειρωνικα. κι ισως καποτε δεν πας παρακατω. ισως καποτε σπασεις το γυαλι. κι ισως τοτε μαθουμε να ζουμε χωρις κλειδι. στο σπιτι που εμεινε ακατοικητο. σχεδον μιση ζωη. και αυτο που κραταω. καμια φορα να γυρναω. στα σκαλοπατια. που επαιζα παιδι. οχι πως λυπαμαι. μα ειναι που θυμαμαι. καθε ρωγμη στα γονατα σε κεινη την αυλη. κι αλλαζοντας τις μερες. κατω απο τις κεραιες. στο δρομο χαραγμενη μια ματωμενη γραμμη. το σημερα με το αυριο. σε πολεμο χωρις ανακωχη.

λ

cicada / το τζιτζίκι

“Πώς πέρασε ο καιρός

οι μυρωδιές των μύρτων στον αέρα

αλλάζει μια εποχή

κι ένα αεροπλάνο μες στ΄αστέρια… ”

Για κεινο το απογευμα στο Ολυμπιον που ειδαμε την ταινια. Γιατι τον αυτοσαρκασμό, when at least expected. “Γιατί είμαι γυναίκα Στάθη. Γι’αυτό.”

λ

ps. … και μέλι.

με φωνές ηλεκτρικές

σε ένα μέρος που δεν το περιμένεις συνηθως, στο facebook, είδα το πρωί το εξης βιντεάκι: ο TS Eliot  διάβαζει το Έρημη Χώρα. το ανέβασε στον “τοίχο” του ένας φίλος μου, που είναι από εκείνα τα παιδιά που αγαπούν τους στίχους.
και κλικ στο κλικ μέσα στο youtube έφτασα  και στο παραπάνω βιντεο όπου ο Σεφερης διαβάζει τον “Τελευταίο Σταθμό”.
είναι που πλησιάζει πανσέληνος και κοιτάω μια το φεγγαρι και μια τη γη. πού ήμουν και πού είμαι. και πού κοιτώ.
Λίγες οι νύχτες με φεγγάρι που μ’αρέσουν. 
στις 12 Οκτώβρη 1944, διάβασα, ότι έγραψε το ποίημα-μονολογο ο Σεφερης. βρισκόταν στην Ιταλία στο λιμάνι Cava dei Tirreni. λίγο πριν επιστρέψει στην Ελλάδα. λίγο πριν τον Εμφύλιο.
… ψυχές μαραγκιασμένες από δημόσιες αμαρτίες, καθένας κι ένα αξίωμα σαν το πουλί μες στο κλουβί του.
χτες εσβηνα παλια μεηλ απο το inbox. μεηλ που εχω λαβει τα τελευταια 5 χρονια. λιγες λεξεις στη σειρα και απο κατω ενα λινκ. προκηρύξεις θεσεων για πολιτικους μηχανικους. ελεγκτες. πολεοδομια. δημοι. τεχνικες υπηρεσιες. ημερομηνια καταθεσης τοτε. δικαιολογητικα ταδε. δεν αιτήθηκα για καμία από αυτές τις θέσεις. το δικό μου “οχι σε όλα”.
– και τι απέμεινε Μήδεια;
– τι απέμεινε; Εγώ.
αυτό τον μικρό διάλογο χρησιμοποιούσαμε με την αδερφή μου πιτσιρίκια. κάπου το είχα διαβάσει εγώ και της το είχα κολλήσει. εκείνη με τη σειρά της είχε κολλήσει στον τοίχο από φελλό άφησε με να έρθω μαζί σου. τώρα αυτή είναι στη Σκωτία και εγώ στη Θουριγγία. μαζί. και χώρια.
“νουρούζ”. “ουτσούβα”. ιρανικά και κολομβιανά ισπανικά. ιδεογράμματα στο κουδούνι και wok στην κουζίνα.
εδώ και μήνες οι άνθρωποι που με αγκαλιάζουν δεν μιλούν ελληνικα. καμιά φορά ξεχνιούνται και μου μιλούν στη γλωσσα τους. καμια φορα ξεχνιεμαι κι εγω και τους μιλώ ελληνικά. “λοιπόν…”. και μετά μου έρχεται η απάντηση τους γελώντας. “για νιε πανι μαγιου”. 
ξέχασα να στο περιγράψω χτες. το “γκολ” στα κινεζικά. στον “αύλειο χώρο” έπαιζαν ποδόσφαιρο τέσσερις κινέζοι, 9 το βράδυ, στους μηδέν βαθμούς, με σορτσάκια και επικαλαμίδες. οι υπόλοιποι-ες της εστίας είχαμε κρεμαστεί στα παράθυρα και χαζεύαμε το αυτοσχέδιο ματς στο γρασίδι.
σου είχα γράψει για το γρασίδι. θυμάσαι; τόσες αποχρώσεις του πράσινου. και στο βάθος ανεμογεννήτριες. ήμουν στο τρενο. βαϊμάρη-βερολίνο. βερολινο-βαϊμάρη.
ίσως έτσι μόνο να μπορώ να αγγίζω τον χρόνο. με σπίτια. και με τρένα. περαστική. περαστικοί.
να μη φοβάσαι και να γερνάς.

κράτα μου μια θέση στην παράσταση δίπλα σου. λαχταρώ.
όλα είναι εδώ και τώρα.

λ